Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική ιστορία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική ιστορία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Έτσι ήταν το κέντρο της Θεσσαλονίκης κατά την αρχαιότητα

Έτσι ήταν το κέντρο της  Θεσσαλονίκης τη ρωμαϊκή εποχή




















Εικονική περιήγηση στο Γαλεριανό Συγκρότημα: Πώς ήταν
 η Καμάρα, η Ροτόντα, το Ανάκτορο και ο Ιππόδρομος τον 4ο-7ο αι. μ.Χ.
Το γνωρίζατε ότι η Καμάρα (Αψίδα του Γαλερίου) είχε οκτώ συνολικά πεσσούς, ότι η Ροτόντα ήταν ναός αφιερωμένος στην αρχαία θρησκεία, και ότι τον 4ο-6ο αιώνα μ.Χ. λειτουργούσε Ιππόδρομος που ξεκινούσε από το ύψος της Εγνατίας και έφθανε έως τη θάλασσα;
Τα παραπάνω κτίσματα, και πλήθος άλλων όπως το Ανάκτορο, το Οκτάγωνο, η Βασιλική και η Αψιδωτή Αίθουσα αποτελούσαν μέρος του μεγαλειώδους Γαλεριανού Συγκροτήματος, του «παλατιού» του τετράρχη Γαλερίου (260-311 μΧ), ο οποίος είχε ως «έδρα» του τη Θεσσαλονίκη, μεταμορφώνοντάς την σε μια από τις σημαντικότερες αυτοκρατορικές πόλεις της ύστερης ρωμαϊκής εποχής.


Γαλεριανό συγκρότημα: Πομπική οδός και κύρια λεωφόρος

Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, και μετά από μακρόχρονη επιστημονική μελέτη, η ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε μια ψηφιακή απεικόνιση του μνημείου, η οποία παρουσιάζεται από σήμερα, 1η Νοεμβρίου, στην αίθουσα πολυμέσων της Εφορείας Αρχαιοτήτων, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Δημ. Γούναρη και Αλ. Σβώλου. Παράλληλα, κυκλοφορεί και ένας οδηγός τσέπης, ο οποίος παρουσιάζει τη συνοικία του ανακτόρου, και δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη  να κατανοήσει τη μορφή των κτηρίων στην εποχή της λειτουργίας τους (4ο-7ο αιώνα μΧ), καθώς και να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα της Νοτιοανατολικής περιοχής της αρχαίας Θεσσαλονίκης.
Εικονική περιήγηση στο Γαλεριανό Συγκρότημα

Το Γαλεριανό Συγκρότημα είναι αποτέλεσμα του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος του Γαλερίου, και συνδέεται με την τελευταία περίοδο ακμής της αρχαίας πόλης της Θεσσαλονίκης, όταν ο τετράρχης την όρισε ως έδρα του, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της και ενισχύοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι πολιτισμών και κέντρο ανάπτυξης όλης της περιοχής.
Η ανέγερση των ανακτόρων στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε στο τέλος του 3ου μΧ αιώνα, μετά τη νίκη του Γαλερίου επί του βασιλιά των Περσών Ναρσή στην Αρμενία το 298 μΧ.
Το Γαλεριανό Συγκρότημα κτίσθηκε στις παρυφές της πόλης, δίπλα στο ανατολικό τείχος. Προς το Νότο εκτεινόταν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα (οδός Μητροπόλεως), ενώ το δυτικό του όριο θεωρείται πως ήταν στην οδό Απελλού.
Το ανάκτορο αποτελούνταν από δύο οικοδομικά σύνολα, συνδετικός κρίκος των οποίων είναι η Αψίδα του Γαλερίου. Στο βόρειο τμήμα του βρίσκεται η Ροτόντα, ενώ νότιά της βρίσκεται η Αψιδωτή Αίθουσα (οικοδομικά κατάλοιπα επί του πεζόδρομου Δ.Γούναρη, τμήμα μεταξύ των οδών Αλ.Σβώλου και Ι.Μιχαήλ) και τα οικοδομήματα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου (Βασιλική, κεντρική κτηριακή ενότητα, διώροφο κτήριο, λουτρά, Οκτάγωνο).

Η Ροτόντα

Η Ροτόντα ήταν κατά την τετραρχική περίοδο ναός αφιερωμένος στην αρχαία θρησκεία, ενώ κατά την παλαιοχριστιανική εποχή (4ος έως αρχές του 6ου αι. μΧ) μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στους Ασώματους ή Αρχάγγελους.

Η Ροτόντα σήμερα και την εποχή κατασκευής της

Η Αψίδα του Γαλερίου

Νότια της Ροτόντας υπήρχε θριαμβική Αψίδα (η γνωστή σήμερα Καμάρα), η οποία κτίσθηκε μεταξύ του 298 και του 305 μΧ, σε ανάμνηση της εκστρατείας και της νίκης του Γαλερίου κατά των Περσών.
Η Αψίδα του Γαλερίου σήμερα και η ψηφιακή απεικόνισή της

Το οικοδόμημα στην τελική του μορφή αποτελούνταν από οκτώ πεσσούς, διατεταγμένους ανά τέσσερις σε δύο παράλληλες σειρές. Σήμερα σώζονται μόνο τρεις πεσσοί, οι οποίοι φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζουν τις νικηφόρες εκστρατείες των Ρωμαίων κατά των Περσών το 297, καθώς και συμβολικές εικόνες που προπαγανδίζουν τη στρατιωτική δύναμη του Γαλερίου και την ισχύ της τετραρχίας.

Η Αψιδωτή Αίθουσα

Πρόκεται για πιθανόν το τελευταίο προς βορρά κτήριο του ανακτόρου. Ήταν κτισμένη σε έναν νοητό άξονα με κατεύθυνση βορρά-νότου, ενώ τα ερείπια του κτηρίου είναι ορατά στο ανατολικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου.

Σύμφωνα με νεώτερες απόψεις, η Αψιδωτή Αίθουσα ήταν τρικλίνιο, χρησιμοποιούνταν δηλαδή για τη διοργάνωση συμποσίων και άλλων τελετών που συνδέονταν με την παρουσία του αυτοκράτορα και της ακολουθίας του στον ιππόδρομο.

Η Βασιλική

Η Βασιλική ήταν ένα μεγαλοπρεπές κτήριο, το οποίο λειτουργούσε ως αίθουσα υποδοχής και ακροάσεων. Από το συνολικό οικοδόμημα είναι σήμερα ορατή μόνο η δυτική τοιχοποιία και το μεγαλύτερο τμήμα της αψίδας, ενώ το υπόλοιπο κτίσμα είναι θαμμένο κάτω από τον πεζόδρομο της πλατείας Ναυαρίνου και της οδού Γούναρη.


Το Οκτάγωνο

Το Οκτάγωνο αποτελεί, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ένα από τα κυριότερα οικοδομήματα του συγκροτήματος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη ιστορική έρευνα, προοριζόταν για αίθουσα ακροάσεων ή αίθουσα θρόνου των ανακτόρων, ενώ αργότερα λειτούργησε και ως χριστιανικός ναός.

Το Οκτάγωνο σήμερα και όπως ήταν

Η καταστροφή του Οκταγώνου τοποθετείται τον 7ο αιώνα μΧ, εποχή που η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από ισχυρούς σεισμούς, που κατέστρεψαν τα περισσότερα κτήριά της. Μετά την καταστροφή του κτίσματος, ο προθάλαμός του μετατράπηκε σε δεξαμενή, η οποία λειτούργησε μέχρι τον 14ο αιώνα.

Ο Ιππόδρομος

Κατά τους χρόνους της Τετραρχίας, ο Ιππόδρομος ήταν ένα από τα πιο σημαντικά δημόσια οικοδομήματα, καθώς, εκτός από τους αγώνες που διεξάγονταν σε αυτόν, αποτελούσε έναν κατ' εξοχή πολιτικό χώρο, όπου ο λαός επικοινωνούσε με τον αυτοκράτορα και εξέφραζε τη βούλησή του.



Ο Ιππόδρομος κατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αι. μΧ, ενώ, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα. Τα ερείπια του Ιπποδρόμου σώζονται αποσπασματικά, ανατολικά της εκκλησίας της Νέας Παναγίας (πλατεία Φαναριωτών), καθώς και στον ακάλυπτο χώρο των οικοδομικών τετραγώνων της πλατείας Ιπποδρομίου και των οδών Γούναρη, Φιλικής Εταιρείας και Αγαπηνού.
Η μελέτη για την τρισδιάσταση ψηφιακή απεικόνιση του Γαλεριανού Συγκροτήματος εκπονήθηκε από την ομάδα των αρχιτεκτόνων της ΙΣΤ Εφορείας Αρχαιοτήτων Φ.Αθανασίου, Β.Μάλαμα, Μ.Μίζα και Μ.Σαραντίδου, στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου. Οι εικόνες της ψηφιακής αναπαράστασης και το αντίστοιχο βίντεο υλοποιήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Φώτη Τσακμάκη, ενώ όλο το έργο πραγματοποιήθηκε με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ.



Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

3ος περίπατος στα Βυζαντινά μνημεία (Κάστρα-Μονή Βλατάδων-Μονή Όσιου Δαβίδ)


ΤΑ ΤΕΙΧΗ
Η Θεσσαλονίκη, όπως προκύπτει από ιστορικές μαρτυρίες, περιτειχίστηκε αμέσως μετά την ίδρυσή της από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο, το 315 π.Χ. Ο βασιλιάς Αντίγονος διάλεξε τη Θεσσαλονίκη ως τον πιο ασφαλή τόπο για να αντιμετωπίσει τον επιδρομέα βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο (285 π.Χ.). Αργότερα, το 279 π.Χ., έξω από τα τείχη της πόλης συντρίφτηκε φοβερή επίθεση Κελτών επιδρομέων. Μάλιστα, στη μάχη αυτή, σκοτώθηκε και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Πτολεμαίος ο Κεραυνός, υπερασπιζόμενος τη Θεσσαλονίκη.
Δείτε το βίντεο

Το περίγραμμα των βυζαντινών τειχών της πόλης.


Τα τείχη έσωσαν τη Θεσσαλονίκη τον 1ο π.Χ. αιώνα, όταν βάρβαρα Θρακικά φύλα πολιόρκησαν την πόλη, σύμφωνα με μαρτυρίες του Ρωμαίου ρήτορα Κικέρωνα, που το 58 π.Χ. βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη εξόριστος από τη Ρώμη. Πα να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος εκείνος, αναγκάσθηκαν οι Θεσσαλονικείς να κατασκευάσουν γρήγορα διάφορα οχυρωματικά έργα στην Ακρόπολη της σημερινής Άνω Πόλης και να επισκευάσουν σε πολλά τμήματα τα τείχη. Τα ασφαλή τείχη της πόλης έκαναν επίσης τους οπαδούς του Πομπήιου και άλλους συγκλητικούς, στην εποχή του εμφύλιου πολέμου των Ρωμαίων (49-48 π.Χ.), να καταφύγουν για προστασία στην πόλη που ήταν φύσει και τέχνη οχυρή.
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο δεν έγιναν σοβαρά έργα στα τείχη της πόλης παρά μόνο συμπληρώσεις και συντηρήσεις των τειχών της Ελληνιστικής περιόδου. Ίσως μόνο γύρω στη Χρυσή Πύλη (σημερινή πλατεία Δημοκρατίας) να ανασκευάσθηκε το τείχος, καθώς το 42 π.Χ. τοποθετήθηκε εκεί τιμητική αψίδα για την υποδοχή των νικητών της μάχης των Φιλίππων Αντωνίου και Οκτάβιου. Παρόμοιες επεμβάσεις έγιναν, στον ίδιο χώρο, τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ενώ στα ανατολικά τείχη, στην περιοχή Κάμπος (Οθίτιροδ), πιστεύεται πως ο καίσαρας Γαλέριος διεύρυνε τον περιτειχισμένο χώρο της πόλης, για να δημιουργήσει το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα των ανακτόρων του (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα).
Οι οχυρώσεις της Θεσσαλονίκης συμπληρώθηκαν αργότερα με σοβαρά έργα, κυρίως στο παραθαλάσσιο τμήμα, την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, όταν αυτός έκανε την πόλη βάση πολεμική κατά του γαμπρού του Λικιννίου (324 μ.Χ.). Τον ίδιο αιώνα επισκευάστηκαν τα τείχη της Θεσσαλονίκης με εντολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, για να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι από τις συχνές επιδρομές των βαρβάρων.
Τα κυριότερα όμως οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλονίκη έγιναν επί αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.). Πα μία ακόμη φορά τότε, η Θεσσαλονίκη έγινε προσωρινή έδρα του αυτοκράτορα, γιατί προσφερόταν γεωγραφικά και επιχειρησιακά στον πόλεμο κατά των επιδρομέων Γότθων. Επιγραφή που σώζεται στα ανατολικά τείχη αναφέρεται στη δραστηριότητα αυτή του Θεοδοσίου, ο οποίος ανάθεσε όλο το έργο στον ειδικό για οχυρώσεις πόλεων Πέρση Ορμίσδα: "...τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε την δε πόλι(ν)...."

Αξιόλογες εργασίες στα τείχη της Θεσσαλονίκης έγιναν και επί βυζαντινών αυτοκρατόρων Ζήνωνα (474-491), Αναστασίου Α' (491 -518) και Λέοντα του Σοφού (886-912).
Η Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακινούς

 Μετά την άλωση της πόλης από τους Σαρακηνούς Άραβες, το 904, που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη από τα χαμηλά παραθαλάσσια τέιχη της, επί Ρωμανού Λεκαπηνού (919-945), υψώθηκαν τα τείχη της θάλασσας και η πόλη έγινε πιο ασφαλής.


Όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος (976-1025) έκανε τη Θεσσαλονίκη βάση στους πολέμους του κατά των Βουλγάρων, πραγματοποίησε πολλές συμπληρώσεις και επισκευές στα τείχη της πόλης. Ένα όμως τμήμα των ανατολικών τειχών, συνέχιζε να μένει σχετικά αδύναμο, παρόλο ότι στο σημείο αυτό χτυπούσαν οι επιδρομείς που έφταναν από τη θάλασσα. Αυτή την αδυναμία εκμεταλλεύτηκαν οι Νορμανδοί, για να μπουν στη Θεσσαλονίκη το 1185.
Γύρω στα 1230-1232 έγιναν νέες εργασίες στα βόρεια τείχη, στην Ακρόπολη. Τότε κτίζεται ο γνωστός πύργος του όπου υπάρχει η επιγραφή: "Σθέν(ε)ι Μανουήλ του κρατίστου δεσπότου Ήγειρε τόνδε πύργον (ου), (σύν) τω τειχίω Γεώργιος δουξ απόκαυκος εκ βάθρων Σθέν(ει) Μανουήλ του κρατίστου (δεσπότου)".
Πύργος στο Επταπύργιο

Αργότερα, το 14ο αιώνα, καθώς η πόλη απειλείται από τους Καταλανούς, τους Σέρβους και τους Τούρκους, συμπληρώνονται τα παραθαλάσσια τείχη από το στρατιωτικό "λογοθέτη" της πόλης Υαλέο (1316), ενώ η λαϊκή κυβέρνηση των Ζηλωτών (1342-1349) φρόντισε και αυτή για την οχύρωση της πόλης.Με την πτώση των Ζηλωτών, έρχεται στη Θεσσαλονίκη η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα, που επιμελείται την κατασκευή νέων οχυρωματικών έργων στα ανατολικά τείχη ανοίγοντας και δύο νέες πύλες προς την Ακρόπολη. Στην πύλη που βρίσκεται κοντά στον πύργο του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως) υπάρχει η επιγραφή:

                                 
Η πύλη της Άννας Παλαιολογίνας στα ανατολικά τείχη της Ακρόπολης.


Η επιγραφή της Άννας Παλαιολογίνας στην ομώνυμη πύλη (1355).


"Ανηγέρθη η παρούσα πύλη ορισμώ της κραταιός και αγίας ημών κυρίας και δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιολογίνης υπηρετήσαντος καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαετού... τω ςωξγ ινδικτιώνος Θ." (=1355).
Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας στην πόλη (1423-1430), έγιναν προσπάθειες για να ενισχυθεί η άμυνα της Θεσσαλονίκης με την εκτέλεση νέων έργων στα τείχη, καθώς οι Τούρκοι στένευαν τον αποκλεισμό της πόλης. Στην εποχή αυτή, κατά μία άποψη, ανάγονται οι δύο πύργοι που σώζονται στην πόλη σήμερα, ο Λευκός Πύργος κοντά στη θάλασσα και ο πύργος του Τριγωνίου στην Άνω Πόλη. Παρόμοιοι πύργοι, πιο μικροί σε μέγεθος, υπήρχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο σε όλη την περίμετρο των τειχών. Οι πύργοι αυτοί, που ονομάζονταν πρόβολοι, με σχήμα κάτοψης τετράγωνο, πολύγωνο, κυκλικό ή ημικυκλικό, έφταναν τους 70 όταν υπήρχαν όλα τα τείχη της πόλης. ]





Πύργος Τριγωνίου


Τα τείχη της Θεσσαλονίκης σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο με δύο κάθετες προς τη θάλασσα πλευρές (ανατολικό και δυτικό τείχος) και δύο παράλληλες (παραθαλάσσιο τείχος και τείχος της Ακρόπολης, στο λόφο). Είχαν ύψος, κατά μέσο όρο, 10-12 μ. και ανάπτυγμα 8 περίπου χιλιόμετρα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους υπήρχε, προς τα έξω, ένα άλλο τείχος, το έξω τείχος, ή έξω διατείχισμα, ή περίτειχον ή προτείχισμα όπως το ονόμαζαν οι βυζαντινοί. Τα δύο τείχη είχαν σκοπό να δημιουργούν γραμμές άμυνας κατά των επιδρομέων, ενώ έξω από αυτά, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρχε μία τάφρος που γέμιζε με θαλασσινό νερό και είχε ξύλινες γέφυρες που καταστρέφονταν κατά τις εμπόλεμες περιόδους.



Τα τείχη, με φάρδος 10 περίπου πήχεις (4,60 μ.), είναι κατασκευασμένα με πέτρες και τούβλα -"ζωνάρια"- κάθε 2-3 μ., που πολλές φορές γίνονται και τόξα. Κοντά στις πύλες η κατασκευή των τειχών ήταν πιο επιμελημένη και χρησιμοποιούνταν πέτρινα και μαρμάρινα αγκωνάρια ή οπτοπλινθοδομές. Ακόμα, σε πολλά σημεία εντοιχίζονταν σπασμένα αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη από ελληνικά κτίσματα, βωμούς και επιτύμβιες στήλες.



Εντοιχισμένα μαρμάρια ιονικά κιονόκρανα στα βόρεια τείχη του Επταπυργίου. Η τοποθέτηση τους δεν έγινε για λόγους οικονομίας υλικών αλλά από διάθεση αισθητικής οργάνωσης των οικοδομικών όγκων και επιφανειών.


Γνωστές πύλες των τειχών της Θεσσαλονίκης ήταν: η πύλη της Ρώμης (κοντά στο Λευκό Πύργο), η Κασσανδρεωτική πύλη (στη σημερινή πλατεία Συντριβανίου), η Ληταία πύλη (στο δυτικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Ψευδόχρυση ή Νέα Χρυσή πύλη (στο ανατολικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Χρυσή πύλη (στη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας ή Βαρδαρίου), η πύλη του Γιαλού (κοντά στη θάλασσα). Ακόμα γνωστή πύλη ήταν και αυτή της Άννας Παλαιολογίνας, που σώζεται και σήμερα στην Άνω Πόλη, κοντά στον πύργο του Τριγωνίου.
Πάνω στην Ακρόπολη, όπου στρατοπέδευε η φρουρά της πόλης, υπήρχαν 14 μικρές πύλες που λέγονταν παραπύλια ή παραπόρτια και χρησίμευαν για στρατιωτικούς -κύρια- λόγους. Παρόμοιες μικρές πύλες υπήρχαν και στο παραθαλάσσιο τείχος.
Πύλη Επταπυργίου




Χάρτης Επταπυργίου

Επταπύργιο

Μέχρι το 1869 η Θεσσαλονίκη περιβαλλόταν από τα βυζαντινά της τείχη.
Αμέσως μετά ένα μεγάλο τμήμα των τειχών κατεδαφίστηκε από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να εξωραΐσουν την πόλη.



Μονή Βλατάδων
Κοντά στα τείχη της Ακρόπολης βρίσκεται η Πατριαρχική και σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων, βυζαντινό μοναστήρι της πόλης που λειτουργεί έως σήμερα και ένα από τα τελευταία λαμπρά έργα της βυζαντινής τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Ιδρύθηκε μεταξύ του 1351-1371 από το μοναχό Δωρόθεο Βλατή, ο οποίος το 1371 εξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ο Δωρόθεος και ο αδερφός του Μάρκος Βλατής υπήρξαν μαθητές του Γρηγορίου Παλαμά, μητροπολίτη Θεσσαλονίκης από το 1347 έως το 1359, οπαδοί του ησυχασμού και συντελεστές στην ανασυγκρότηση της πόλης μετά το κίνημα των Ζηλωτών (1342 -1349).
Αρχικά η μονή ήταν αφιερωμένη στο Χριστό Παντοκράτορα, ενώ σήμερα τιμάται στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Από το βυζαντινό συγκρότημα σώζεται μόνο το καθολικό. Τα υπόλοιπα κτίσματα στην αυλή του αποτελούν προσθήκες του 20ου αιώνα (ηγουμενείο, σκευοφυλάκιο, ναΐσκος Κοιμήσεως Θεοτόκου, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών). Το καθολικό χτίστηκε στη θέση προγενέστερου, πιθανώς μεσοβυζαντινού, ναού σε παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο ναού περιβαλλόμενου από περίστωο που απολήγει ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια. Στην αρχική μορφή του ανήκουν ο κυρίως ναός με το ιερό βήμα, το νότιο παρεκκλήσι, αφιερωμένο στους κορυφαίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, και το με­γαλύτερο μέρος της νότιας στοάς. Το υπόλοιπο περίστωο αποτελεί προσθήκη του 1801, ενώ το νεοκλασικό πρόπυλο και η ανοιχτή νότια στοά προστέθηκαν το 1907.


Εσωτερικά ο ναός κοσμήθηκε με τοιχογραφίες που χρο­νολογούνται στο διάστημα 1360-1380, μετά την κοίμηση και αγιοποίηση του Γρηγορίου Παλαμά (1359). Στον τρούλο ο Πα­ντοκράτορας, άγγελοι και προφήτες, στα τόξα του κυρίως ναού διατηρούνται αποσπασματικά σκηνές του Δωδεκαόρτου και στους τοίχους μορφές ασκητών και μοναχών αγίων.
 Σε καλή κα­τάσταση διατηρούνται η Βάπτιση και οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνω στις δύο κόγχες του νάρθηκα. Στο νάρθηκα επίσης παριστά­νονται στρατιωτικοί άγιοι και διακρίνονται υπολείμματα από τα θαύματα του Ιησού. Δύο παραστάσεις του Γρηγορίου Παλαμά, η μία στο δεξιό τοίχο της εισόδου από το νάρθηκα στον κυρίως ναό και η δεύτερη στο νότιο παρεκκλήσι μεταξύ των μεγάλων θεολόγων της Εκκλησίας, επιβεβαιώνουν τη στενή σχέση της μονής με το κίνημα του Ησυχασμού.
Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης; (1430) το μοναστήρι επιβίωσε μέσα από ένα καθεστώs προνομίων, τόσο ως πατριαρ­χικό ίδρυμα όσο και λόγω του ελέγχου που είχε στην υδροδότη­ση της πόλη. Η τουρκική ονομασία του «Τσαούς Μοναστήρι» το συνδέει με τον Τσαούς Μπέη που έχτισε το 1431 τον ομώνυμο πύργο στο Επταπύργιο. Το σφυροκόπημα των τοιχογραφιών δεί­χνει ότι για κάποιο άγνωστο διάστημα περιήλθε στα χέρια των Οθωμανών. Πιθανώς αυτό να ήταν ένα σύντομο επεισόδιο, δε­δομένου ότι οι μετασκευές και προσθήκες, το ξυλόγλυπτο τέ­μπλο του 17ου αιώνα και η συλλογή των εικόνων στο σκευοφυ­λάκιο της μονής μαρτυρούν την συνεχή λειτουργία της.

Άγιος Δημήτριος

Μονή Όσιου Δαβίδ

Στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκη, στο πέρας της οδού Αγίας Σοφίας, βρίσκεται ο ναός του Οσίου Δαβίδ, άλλοτε κα­θολικό της μονής του Χριστού Σωτήρα του Λατόμου ή των Λατόμων, προσωνυμία που οφείλεται στην ύπαρξη λατομείων πέτρας στην περιοχή.Σύμφωνα με τη «Διήγησιν του Ιγνατίου», κείμενο του 11ου αιώνα, η Θεοδώρα, κόρη του ρωμαίου αυγούστου Γαλέριου Μαξιμιανού (305-311) έδωσε εντολή να κτιστεί στη θέση αυτή ένα λουτρό με σκοπό να λατρεύει κρυφά το χριστιανι­σμό και να το κοσμήσουν με ψηφιδωτό που έφερε την παράσταση του Χριστού. Το ψηφιδωτό καλύφθηκε με δέρμα βοδιού για να μην γίνει αντιληπτό από το χριστιανομάχο πατέρα της. 
Στα χρόνια της Εικονομαχίας (726-843) ο χώρος λειτουργού­σε ως μοναστήρι αφιερωμένο στον Προφήτη Ζαχαρία αλλά το ψηφιδωτό ήταν ακόμη καλυμμένο. Μετά από σεισμό, μεταξύ του 813-820, αποκαλύφθηκε η παράσταση του Χριστού και στο εξής το μοναστήρι αφιερώθηκε στο Χριστό Σωτήρα.
Τα στοιχεία της «Διήγησης» και τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν πως ο ναός κτίστηκε στα ερείπια ρωμαϊκού βαλανείου στα τέλη του 5ου αιώνα ως καθολικό μονής αφιερωμένης στον Προφήτη Ζαχαρία. Έχει τετράγωνο σχήμα με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά και περιέκλειε ισοσκελή σταυρό και τέσσερα γωνιαία διαμερίσματα. Στεγαζόταν με τέσσερις καμάρες και θόλο στο κέντρο. Την ίδια εποχή διακοσμή­θηκε με ψηφιδωτό και τοιχογραφίες στο ιερό Βήμα με δαπάνη «... ης οίδεν ο θεός το όνομα», σύμφωνα με την κτητορική επι­γραφή. 

Το ψηφιδωτό ένα από τα σημαντικότερα της παλαιοχριστιανικής τέχνης, απεικονίζει το 'Οραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ, μία παράσταση θεοφανείας που συμβολίζει το θρίαμβο του Χριστού. 0 Χριστός σε νεαρή ηλικία, καθισμένος σε τόξο μέσα σε ελλειψοειδή δόξα, περιβάλλεται από τα τέσσερα σύμβολα των Ευαγγελιστών. Στα πόδια του ρέουν οι ποταμοί του Παρα­δείσου, Γεών, Φισών, Τίγρης και Ευφράτης που καταλήγουν στον ποταμό Χοβάρ (=Ιορδάνη). Στα δύο άκρα της σύνθεσης παριστάνονται οι προφήτες Ιεζεκιήλ και Αβακκούμ. Τεχνοτροπικά το ψηφιδωτό συνδέεται με την ελληνορωμαϊκή καλλιτε­χνική παράδοση.
Στα μέσα του 12ου αιώνα ο ναός επισκευάζεται και ανα­καινίζεται με τοιχογραφίες υψηλής ποιότητας που συνδέονται με το καλλιτεχνικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης της εποχής των Κομνηνών.




 Διατηρήθηκαν η Γέννηση, η Βάπτιση, τμήμα της Υπαπαντής και της Μεταμόρφωσης στη νότια καμάρα. Στις αρχές του 14ου αιώνα, ανάγονται οι παραστάσεις της Βαϊοφόρου, της Προσευχής του Ιησού και της Παναγίας του Πάθους στον ανατολικό τοίχο της βόρειας καμάρας.
Στην Τουρκοκρατία, ίσως στο 16ο αιώνα, ο ναός μετα­τράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία «Σουλουτσά τζαμί» (= μο­ναστήρι του νερού), λόγω προϋπάρχουσας πηγής στην περιο­χή. Η δυτική του πλευρά κατεδαφίστηκε, η στέγασή του άλλα­ξε, η είσοδος μεταφέρθηκε στη νότια πλευρά και η εσωτερική επιφάνεια των τοίχων καλύφθηκε από επίχρισμα.

Το 1921 ο χώρος αποδόθηκε στη χριστιανική λατρεία και αφιερώθηκε στον Όσιο      Δαβίδ. Το ψηφιδωτό αποκαλύφθη­κε το 1922, ενώ οι τοιχογραφίες το 1922-1925. Μετά τους σεισμούς του 1928 έγιναν εργασίες αποκατάστασης και συντήρη­σης του ναού.

Μετά τους σεισμούς του 1978 ακολούθησαν εργασίες αναστήλωσης, συντήρησης και αποκατάστασης του μνημείου, ενώ παράλληλα αποκαλύφθηκαν άγνωστες τοιχογραφίες που συμπληρώνουν τη γνώση μας για τη μνημειακή ζωγραφική της τελευταίας φάσης της παλαιολόγειας περιόδου.




Δείτε το βίντεο




Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, 1430


Στις 29 Μαρτίου του 1430 οι Τούρκοι με το σουλτάνο Μουράτ Β' κατέλαβαν με έφοδο, ύστερα από σύντομη πολιορκία, τη Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα της πολιορκί­ας και της άλωσης τα αφηγείται αναλυτικά ο Ιωάννης Αναγνώστης που τα έζησε, στο έργο του : «Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης, συντεθείσα προς τίνα των αξιόλογων πολλάκις, αιτήσαντα περί ταύτης, εν επιτόμω». Πολλές πληροφορίες επίσης δίνει στο έργο του και ο Βυζαντινός ιστορικός Δούκας.
Όπως είναι γνωστό, η Θεσσαλονίκη είχε παραχωρηθεί το 1423 στους Βενετούς, για να αναλάβουν να αντιμετωπίσουν αυτοί τον τουρκικό κίνδυνο. Όμως, στα επτά χρόνια που είχαν την πόλη στα χέρια τους, οι νέοι κυρίαρχοι δεν είχαν κάνει σχεδόν τίποτε για να ενισχύσουν την άμυνα της, παρά το ότι οι Τούρκοι γίνονταν ολοένα και πιο απειλητικοί.
Το Μάρτιο του 1430 ήταν πια φανερή η πρόθεση του σουλτάνου Μουράτ Β' να επιτεθεί κατά της Θεσσαλονίκης. Τότε έγιναν κάποιες προετοιμασίες και πάρθηκαν κάποια μέτρα για να ενισχυθεί η άμυνα της πόλης. Η μόνη, πάντως, εξωτερική ενί­σχυση που δέχτηκε η μικρή βενετσιάνικη φρουρά ήταν τρεις γαλέρες με λίγο στρατό και επικεφαλής,τον υποναύαρχο Αντόνιο Ντιέντο, που έφτασαν στο λιμάνι της Θεσ­σαλονίκης στις 16 Μαρτίου του 1430.
Οι κάτοικοι της πόλης, όσοι είχαν απομείνει σ'αυτήν, ήταν δυσαρεστημένοι με τη συμπεριφορά των Βενετών. Ανάμεσα τους επικρατούσε πνεύμα ηττοπάθειας και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, θεωρώντας την υποταγή στους Τούρκους αναπόφευκτη, προ­τιμούσαν να παραδοθούν με όρους για να αποφύγουν τα δεινά της άλωσης και να εξασφαλίσουν, ίσως, και κάποια προνόμια. Παρ' όλα αυτά, αποφάσισαν τελικά να πολεμήσουν και να αντισταθούν και πήραν τις καθορισμένες από τους Βενετούς θέ­σεις τους στα τείχη. Τότε διαπίστωσαν ότι ανάμεσα τους είχαν τοποθετηθεί Τζετάριοι, στρατιώτες ενός κακόφημου μισθοφορικού σώματος, για να τους επιτηρούν, Αυτό μεγάλωσε τη δυσαρέσκεια που ήδη υπήρχε στις τάξεις των πολιτών.
Κι όταν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, πολίτες της Θεσσαλονίκης και Βενετοί στρατιώ­τες, πήραν τις θέσεις τους πάνω στα τείχη, τότε φάνηκαν πόσο λίγοι ήταν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν, σε κάθε δύο ή τρεις επάλξεις αντιστοιχούσε ένας υ­περασπιστής, ενώ σε ορισμένα σημεία τα κενά που υπήρχαν ήταν ακόμη μεγαλύτε­ρα.
Τη νύχτα της 25ης, ή της 26ης Μαρτίου (πιθανό) η Θεσσαλονίκη συγκλονίστηκε από έναν ισχυρό σεισμό, που φόβισε τους κατοίκους και θεωρήθηκε κακό σημάδι. Και την άλλη μέρα ο τουρκικός στρατός εμφανίστηκε έξω από τα τείχη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η αναλογία ανάμεσα στους υπερασπιστές της πόλης και στους Τούρ­κους ήταν ένας προς εκατό.
Πριν ακόμη αρχίσει τις εχθροπραξίες, ο σουλτάνος Μουράτ Β' ζήτησε, απευθυ­νόμενος κυρίως στους Έλληνες, να του παραδοθεί η πόλη και υποσχόταν ελευθερία και προνόμια. Οι προτάσεις του αυτές, και άλλες ανάλογες που επανέλαβε στη συνέ­χεια, απορρίφθηκαν. Τότε έστησε τη σκηνή του σ' ένα υψηλό σημείο, κοντά στο Τριγώνιο, και έδωσε εντολή να αρχίσει η πολιορκία.
Για να μπορέσουν να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν ακόμη και κανόνια, που τότε βέβαια ήταν πρωτόγονα και φαίνεται πως έκαναν μόνο θόρυβο. Όμως, παρά τη μεγάλη αριθμητική τους υπεροχή και τα άφθονα μέσα που διέθεταν, δεν κατόρθωσαν τις πρώτες τρεις μέρες να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που αμύνονταν πεισματικά, βοηθούμενοι ακόμη και από τις γυναίκες. Όλες οι επιθέσεις τους αποκρούστηκαν και είχαν σημαντικές απώ­λειες.
Στις 28 Μαρτίου, ημέρα Τρίτη και λίγο μετά τα μεσάνυχτα, οι Βενετοί πήραν μια πληροφορία, σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να επιτεθούν αιφνιδια­στικά από τη θάλασσα με ένα στολίσκο από μικρά εξοπλισμένα πλοιάρια και να κα­ταλάβουν τις αφύλαχτες βενετσιάνικες γαλέρες, που βρίσκονταν στο λιμάνι. Έδωσαν τότε εντολή να μετακινηθεί ένα μέρος της φρουράς που υπερασπιζόταν τα τείχη και να κατεβεί στις γαλέρες, για να αντιμετωπίσει την τουρκική απόπειρα.
Η μετακίνηση των στρατιωτών έγινε ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Κι οι Θεσσαλονι­κείς, που δεν ήξεραν τι συνέβαινε, γιατί κανένας δεν είχε φροντίσει να τους ενημερώ­σει, νόμισαν ότι οι Βενετοί εγκατέλειπαν την πόλη. Πολλοί τότε λιποψύχησαν και ά­φησαν φεύγοντας τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα να αδειάσουν σε πολλά σημεία τα τείχη από υπερασπιστές και να αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο η άμυνα.
Όταν ξημέρωσε η τέταρτη μέρα της πολιορκίας, Τετάρτη 29 Μαρτίου 1430, ο Μουράτ διακήρυξε ότι παραχωρούσε στους στρατιώτες του όλα όσα υπήρχαν μέσα στην πόλη, «άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ασήμι και χρυσάφι», και κρατούσε για τον εαυ­τό του μόνο την πόλη. Κι αμέσως μετά άρχισε η τελική γενική επίθεση. Οι Τούρκοι ορμούσαν ασυγκράτητοι στα τείχη κατά κύματα. Και κάποια στιγμή, σ' ένα σημείο κοντά στο Τριγώνιο, δημιούργησαν το πρώτο ρήγμα στην άμυνα και ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη. Η τύχη της Θεσσαλονίκης είχε κριθεί.
Οι Βενετοί υποχώρησαν πολεμώντας προς τη θάλασσα, επιβιβάστηκαν στα πλοία τους και .έφυγαν. Είχαν κι αυτοί πολλές απώλειες και ανάμεσα στους άλλους είχε σκοτωθεί πολεμώντας στα τείχη και ο γιος του Βενετού διοικητή της πόλης. Πιο τραγική όμως ήταν η κατάσταση των ανυπεράσπιστων πολιτών, που έτρεχαν αλλό­φρονες να βρουν καταφύγιο σε σπίτια, σε ναούς και σε μοναστήρια και όπου αλλού νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να σωθούν.
Η πόλη βρισκόταν πια στη διάθεση των νικητών, που επιδόθηκαν απερίσπα­στοι στις λεηλασίες και τις καταστροφές περιουσιών και στις κακοποιήσεις και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων. Ιδιαίτερα θλιβερό ήταν το θέαμα των αιχμαλώτων που τους οδηγούσαν οι Τούρκοι στο στρατόπεδο τους. «Τότε για πρώτη φορά», αναφέρει ο Αναγνώστης, «χωρίζονταν ανελέητα τα παιδιά από τους γονιούς τους, οι γυναίκες απ' τους άνδρες τους, οι φίλοι απ' τους φίλους και οι συγγενείς από τους συγγενείς». Και ο Δούκας γράφει : «Κάθε καβαλάρης έσερνε πίσω του κοπαδιαστά δεμένους άνδρες και γυναίκες και νέους και νεαρές κοπέλες και μικρά παιδιά».
Οι καταστροφές και οι λεηλασίες κράτησαν τρεις μέρες. Τελικά σταμάτησαν με' την επέμβαση του σουλτάνου, που έβγαλε τους στρατιώτες του από την πόλη. Από τους αιχμαλώτους, άλλους εξαγόρασε ο ίδιος ο Μουράτ και τους εγκατέστησε πάλι στην ερημωμένη Θεσσαλονίκη, ορισμένοι εξαγοράστηκαν από άλλους χριστιανούς, όττως απ' τον ηγεμόνα των Σέρβων Γεώργιο Μπράγκοβιτς, και άλλοι μπόρεσαν να πληρώσουν οι ίδιοι τα λύτρα τους και να ελευθερωθούν. Οι πιο πολλοί όμως οδηγή­θηκαν σε σκλαβοπάζαρα και πουλήθηκαν ως δούλοι.
Για τη Θεσσαλονίκη, που είχε ερειπωθεί και ερημωθεί, άρχιζε η περίοδος της τουρκοκρατίας, που κράτησε πέντε σχεδόν αιώνες. Και μια επιγραφή σε παλαιοτουρκική γραφή, σε μια κολόνα της Αχειροποιήτου, της πρώτης χριστιανικής εκκλησί­ας που μετατράπηκε σε τζαμί αμέσως μόλις μπήκαν στην πόλη οι Τούρκοι, αποθα­νατίζει το γεγονός της άλωσης : «Ο σουλτάνος Μουράτ Χαν πήρε τη Θεσσαλονίκη το 8331 (=1430)».



1 833 = έτος Εγίρας, που αντιστοιχεί στο 1430 της χριστιανικής χρονολογίας



Δείτε το βίντεο